[ ]
Επί του πιεστηρίου
Ρένος Αποστολίδης
8/5/11 Posted by ΡΑΔΙΟλόγος

"Ο χασάπης παπατζής του 44", η αγωνία για την γλώσσα, ο μοναχικός δρόμος έξω από κάθε κλίκα και κόμμα, είναι λίγα από τα χαρακτηριστικά αυτής της μεγάλης Ελληνικής μορφής. "Έγραφα συνέχεια. Κάθε στιγμή που στεκόμουν και δεν περπάταγα, δεν έτρωγα ή δεν κοιμόμουν. Συνέχεια! Και πάνω σ' όλες τις μάχες, για όλες τις σφαίρες και τα βλήματα που σφύριζαν... Με μια μανία τρελλή: Να ζήσω γράφοντας!",σημειώνει ο υπέρμαχος του πολυτονικού και πολέμιος όλων όσων με ευκολία στέρησαν από έναν λαό την γλώσσα του, στον πρόλογο της "Πυραμίδας 67". Ο Ρένος Αποστολίδης είχε κάνει με το μολύβι, το στυλό, τη γραφομηχανή, 10000 χιλιόμετρα, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, κι όμως είναι μετρημένα, το τέταρτο της περιμέτρου της γης. Σαράντα τόμοι λογοτεχνία, κριτική σκέψη, δοκίμια, μελέτες φιλολογικές πάνω στον Ηράκλειτο κι άλλα αρχαιοελληνικά κείμενα, μαζί με την εφτάτομη Ανθολογία νεοελληνικής Ποίησης και Διηγήματος(κάπου 4000 σελίδες της αυστηρότερης ως γνωστόν κριτικής επιλογής).
Για τους παλιότερους είν' ο κυριότερος εκπρόσωπος της "Γενιάς του Μεταπολέμου", με την πιο καυτή προσωπική μαρτυρία του Εμφυλίου '47-'49, κι ο πιο οξύς κριτικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας, πνεύματος γενικότερα και "πολιτικής" στον Τόπο μας. Υπήρξε και καθηγητής φιλόλογος, και δημοσιογράφος, και βραβευμένος μ' "έγκυρα" υποτίθεται βραβεία, που απαξιούσε ν' αναφέρει ποτέ.
Μεταφρασμένος ελάχιστα σε ξένες γλώσσες, έξω απ' όλα τα πολιτικά κυκλώματα, κ' ενάντιος κάθε πολιτικής παράταξης (εξίσου άθλιες τις θεωρούσε όλες), αντιμαζικός κ' εγωτικός. Από νέον τον προσδιώρισαν οι μεγάλοι Ρώσοι μυθιστοριογράφοι, κυριώτατα ο Ντοστογιέβσκι, κι απ' τους βασικούς στοχαστές: ο Ηράκλειτος κι άλλοι προσωκρατικοί, οι Αγνωστικοί και νεώτεροι Αναρχικοί, ο Νίτσε φυσικά κι ο Στίρνερ, ο Μπέρξον, ο Κρισναμούρτι κ.α. Μάλιστα πέθανε ως Αγνωστικός γι αυτό και τάφηκε άνευ θρησκευτικής τελετής.
Το ύφος του δεν προκύπτει απ' τη νεοελληνική λογοτεχνία, παρά την ειδική γνώση του των κειμένων της, κι ούτε από άλλον κανένα. Ο πολύς κόσμος, τον γνώρισε σαν κατεξοχήν ασυμβίβαστο κριτή, από τις φλογερές εκπομπές του στην τηλεόραση ("Ανθολογία", "Ο Εμφύλιος μέσα μας") και το ραδιόφωνο.
Γιός του γεννημένου στον Πύργο της Βουλγαρίας δημοσιογράφου και ανθολόγου Ηρακλή Ν. Αποστολίδη (1893-1970), γνωστού αναρχικού και λόγιου με στέρεη φιλοσοφική παιδεία.
Σκεπτικιστής κι αγνωστικιστής, ο Ηρακλής κατέληξε στην Αθήνα στις αρχές του αιώνα, τσακωμένος με τον πάμπλουτο πατέρα του, λόγω της επαναστατικής του δράσης. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο μπήκε στη δημοσιογραφία, κ’ έφτασε πολύ σύντομα ν’ αρχισυντακτεύη στο «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ» (1917-1919), πριν μετατραπή σε όργανο του Κ.Κ.Ε., να διευθύνη την αναρχική εφημερίδα «ΑΜΥΝΑ» (1920). Ιδρυτικό μέλος της Ε.Σ.Η.Ε.Α., ήταν η ψυχή του κορυφαίου επιστημονικού έργου της νεώτερης Ελλάδας, της «ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑΣ» (του «ΠΥΡΣΟΥ»).
Εντελώς διαφορετικός χαρακτήρας απ’ το μικρό του γιό, το Ρένο, τον έμπασε στο διάβασμα της κορυφαίας ξένης λογοτεχνίας, των Αρχαίων (Πλάτων, Θουκυδίδης, Δημοσθένης, Ευριπίδης), της νεώτερης ευρωπαϊκής φιλοσοφίας (Καντ, Σπινόζα, Σοπενάουερ, Νίτσε, Μπέρξον, Κρισναμούρτι κ.ά.), και γενικά των πρώτων ποιοτήτων (Ντοστογιέφσκι, Τολστόϊ, Ίψεν) μα κυριότερα των αμφισβητητικών, δείχνοντάς του ταυτόχρονα και τους δρόμους γιά την προσπέλαση των μεγάλων θεωρητικών αναρχικών και μηδενιστών του 19ου αιώνα, των Ρώσων (Κροπότκιν, Μπακούνιν), των Γερμανών (κυρίως Στίρνερ) και των Γάλλων.
Στα χρόνια της κατοχής, μαθητής του Βαρβακείου ο Ρένος, και φοιτητής της Φιλοσοφικής μετά, μένει στη «μπλε πολυκατοικία» των Εξαρχείων κ’ είναι το κέντρο παρεών με τους Κ. Αξελό, Ι. Καμπανέλλη, Α. Σχινά, Π. Σπηλιωτόπουλο, Λ. Κύρκο, Κ. Παπαϊωάννου και αρκετούς άλλους, όπως τις ιστορεί ο ίδιος στην «Αλλη Ιστορία» (Αθήνα 1972 και β’ έκδ. 2004).
Ανένταχτο κ’ επαναστατικό, πάντα, πνεύμα, μετέχει σ’ αντιγερμανικές διαδηλώσεις, και μετά το τέλος της Κατοχής και του Δεκέβρη του '44 δημοσιεύει το πρωτόλειό του: «Τρεις σταθμοί μιάς πορείας» (1945), εκφράζοντας τη βασική θέση του «όλως τρίτου» - από την οποία δεν απομακρύνθηκε κατ’ ουσίαν ποτέ.
Στρατεύεται υποχρεωτικά στο στρατό της Δεξιάς με το χαρακτηρισμό «επικίνδυνος αριστερός ιδεολόγος, ιδιαιτέρως εύγλωττος», κ’ ενώ τον έχουν γιά τη Μακρόνησο, μετά από βίαιη αντίδρασή του, παίρνει τη χειρότερη μετάθεση: «λιπός» οπλίτης, στην πρώτη γραμμή του πυρός στην 9η Μεραρχία, 524 Τ/Π. Ο πατέρας του, στενός φίλος μεταξύ άλλων του Π. Κανελλόπουλου, τότε Υπουργού Εθνικής Αμύνης, συνεπής στις ιδεολογικές του αρχές, δεν χρησιμοποιεί κανένα μέσο γιά μετάθεση του γιού του.
Εκεί συμμετέσχε σε 35 μάχες, καθώς περιγράφει στην «Πυραμίδα 67» και σ’ άλλα κείμενά του, αρνούμενος να ρίξει έστω και μιά σφαίρα, με τη βασική θέση ότι καμμιά ιδέα δεν δικαιολογεί τον ανθρώπινο θάνατο. Απ’ την αντιμιλιταριστική του ιδεολογία κινδυνεύει να βρεθεί στο στρατοδικείο, αλλά τον σώζει δυό-τρεις φορές ο Α2 του τάγματος, ο Κ. Κουκούλης, ο ήρωας της ομώνυμης νουβέλας (ο Α2), την οποία εκδίδει ο Ρένος το 1968 εν μέσω Δικτατορίας, μη στέλνοντάς την στην λογοκρισία, όπως και κανένα άλλωστε βιβλίο του.
Μοναδικό ενδιαφέρον του στα δυόμιση χρόνια της θητείας του: να κρατάει σημειώσεις απ’ ό,τι συνέβαινε γύρω του στα περίφημα «μπλόκ» του. Ακόμα και τις ώρες των μαχών έβρισκε κάποια σημεία ν’ ακουμπήσει, έβγαζε το στυλογράφο του κ’ έγραφε ασταμάτητα.
Με την απόλυσή του, τελειώνει με άριστα τη Φιλοσοφική Αθηνών κ' εκδίδει την «Πυραμίδα 67», ενώ ακόμα λειτουργούσαν τα στρατοδικεία (λόγος γιά τον οποίο δεν αναφέρει ρητά την άρνησή του να χρησιμοποιήσει όπλο). Η Πυραμίδα είναι το βιωματικώτερο βιβλίο του Ρένου και προέκυψε από υλικό 5.500 σελίδων γραμμάτων σταλμένων στους δικούς του. Υμνήθηκε από κριτικούς όλων των παρατάξεων και χτυπηθηκε αμείλικτα (και διά της σιωπής) από τα επίσημα κόμματα Δεξιάς κι Αριστεράς. Σήμερα, μετά από μισόν αιώνα απ’ την 1η του έκδοση, θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε σαν το σημαντικώτερο βιβλίο γιά τον Εμφύλιο.
Το 1952, ξεκινάει, μαζί με τον πατέρα του, το λογοτεχνικό-κριτικό περιοδικό «Τα Νέα Ελληνικά» απ’ το οποίο καταφέρεται κατά της υπερεκτιμημένης Γενιάς του ’30. Παρά την τερατώδη κυκλοφοριακή επιτυχία του εντύπου ο Ηρακλής Αποστολίδης, μετά την προσφυγή του Καραγάτση και άλλων εκπροσώπων της «Γενιάς» στα δικαστήρια αποφασίζει ν’ αναστείλει την κυκλοφορία του στο 7ο τεύχος. «Τα Νέα Ελληνικά» αφ’ ενός νεκρανασταίνουν και συσπειρώνουν την προπολεμική Γενιά και αφ’ ετέρου αναδεικνύουν τη μεταπολεμική αμφισβήτηση, το "νέο λόγο". Το περιοδικό βγάζει άλλα δύο τεύχη το ’57, και στην τρίτη του περίοδο επανεκδίδεται το ’66, ώσπου κλείνει οριστικά (στο 17ο τεύχος) στις 21-4-67.
Στη συνέχεια, μετά την πρώτη φάση των «Νέων Ελληνικών» ο Ρένος εκδίδει τις «Ιστορίες από τις Νότιες Ακτές» (Κρατικό βραβείο Διηγήματος, 1959), και έπονται το ταυτοτικό του «Ο Γρασαδόρος και τα χειρόγραφα του Max Tod», όπου εκφράζει καιριότατα τη λατρεία του στη μηχανή, στο μέταλλο, στην «τίμια δούλη ύλη». Κεντρικό πρόσωπο είναι ο γρασαδόρος ενός ιδανικού υπεροχήματος, αφοσιωμένος απόλυτα στη «θεραπεία της ύλης». Στο πρόσωπο αυτό ο συγγραφέας δοξάζει τη μορφή του ίδιου του πατέρα του, που, αν και δεν είχε καμμιά σχέση με το μηχανικό κόσμο, υπήρξε υπόδειγμα ευσυνείδητου ανώνυμου πνευματικού εργάτη.
Ακολουθεί η «Κριτική του Μεταπολέμου» (1962), με σελίδες σκληρής κριτικής της νεοελληνικής πραγματικότητας. Επόμενη συλλογή διηγημάτων του είναι η «Βορά στο θηρίο» (1963), που βγαίνει σε 2η έκδοση το 1973, συμπληρωμένη με 7 ακόμα κομμάτια υπό τον τίτλο «Από τον κόσμο ΡΑ» (όπου ΡΑ, δεν είναι παρά τα αρχικά του ίδιου του συγγραφέα).
Μετά την πολυθρύλητη εισβολή στη Βουλή, το καλοκαίρι του 1964, βγάζει την επόμενη χρονιά «Το Κατηγορώ» (1965): ο ανυποχώρητος αναρχικός εξηγεί ότι όλη αυτή η πράξη έγινε απ’ τον ίδιο γιά να υπογραμμίσει στον εύπιστο κόσμο ότι δεν έφερε στην εξουσία παρά «το χασάπη Παπατζή του ’44, τον άνθρωπο των Αγγλοαμερικάνων που εγκατέστησε τη Δεξιά στην Ελλάδα». Το νόημα της κίνησής του αυτής βέβαια, όπως ήταν φυσικό, διαστρεβλώθηκε από τις κυβερνητικές εφημερίδες και κυρίως από γνωστό συγκρότημα Τύπου, δυσφημίζοντας σε μεγάλο μέρος του λαού την επαναστατική αυτή ενέργεια.
Στη διάρκεια της Δικτατορίας, αντίθετα με τη γραμμή της πλειονότητας των λογοτεχνών, ο Ρένος απέδειξε πως αντίσταση γίνεται γράφοντας κι όχι σιωπώντας. Ετσι, αγνοώντας τη λογοκρισία της Δικτατορίας και γράφοντάς το μάλιστα πάντα στα εσώφυλλα, εκδίδει σειρά νέων βιβλίων του: «Στη γέμιση του φεγγαριού», 1967 (διηγήματα), «Κλειδιά» 1968 (μονογραφίες), «Η άλλη ιστορία» 1972 (μυθιστορία), «Ανθύλη» 1973 (νουβέλα), επανεκδίδοντας ταυτόχρονα όλα τα εξαντλημένα του βιβλία με πρώτη-πρώτη την αντιπολεμική «Πυραμίδα 67». Το 1974 στήνει το περιοδικό «Τετράμηνα» απ’ όπου, ως το τεύχος 18, δημοσιεύει όλα τα γραφτά του: κριτικές διηγήματα μα κυριώτατα, σε συνέχειες, την πρωτότυπη μελέτη του για τον Ηράκλειτο και τους Προσωκρατικούς -θέμα το οποίο τον απασχολέι επί χρόνια και μένει εν πολλοίς ανέκδοτο, εγκατεσπαρμένο στο περιβόητο, καθώς ορθά χαρακτηρίστηκε, προσωπικό Αρχείο του.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Ρένος, απ' το 1950 ως το 1968, γράφει μόνο διηγήματα και κριτικές, έχοντας απομακρυνθεί απ’ τη θεματολογία του Εμφυλίου. Αλλ’ απ’ το 1968 ως το τέλος της ζωής του ξαναγυρνάει ολοένα και συχνότερα πίσω. Ο Ρένος στην ουσία, αν συγκέντρωνε κανείς τα σχετικά γραφτά, θα μπορούσε νάμενε μεταξύ άλλων και σαν ο καθαυτό ι σ τ ο ρ η τ ή ς του Εμφυλίου.
Πολλά θα μπορούσαν να γραφτούν και θα γράφονται, και μάλιστα με αφορμή τις επερχόμενες τα προσεχή χρόνια δημοσιεύσεις του ογκώδους ανέκδοτου υλικού που έχει αφήσει στο πρωτοφανές γιά τα ελληνικά δεδομένα Αρχείο του, το οποίο περιλαμβάνει υλικό απ' τα νεανικά χρόνια του Ηρακλή (περί το 1910) έως έξι ημέρες προ του θανάτου του, σε σύνολο 40.022 σελίδων, γραμμένων είτε με το χέρι του, είτε με τη θρυλική γραφομηχανή του. Εκεί μέσα, βρίσκονται σχετικά καταταγμένες χιλιάδες επιστολές, απ' τον Τέλλο Αγρα, το Ρίτσο, τον Ελύτη, το Βρεττάκο, ως την Κική Δημουλά, ανέκδοτα διηγήματα, δοκίμια, κριτικές, σκέψεις, σχόλια γιά βασικές μονάδες της νεοελληνικής λογοτεχνίας (κυριότατα γιά Σολωμό), όπου όταν δημοσιευθούν θ’ ανατρέψουν πολλά από τα κρατούντα.
Εξ άλλου έχει αφήσει 19 μεγάλα κλασέρ κατ’ αρχάς ανθολογουμένων ποιημάτων και άλλων κειμένων, καθώς και καμμιά τρακοσαριά κασσέτες. Ανάμεσά τους σώζονται κ’ οι παλιές μαγνητοταινίες της «Μάχης του Max Tod», καθώς την ονόμαζε ο ίδιος, σχετικές με την υπόθεση της δημοσίευσης διηγημάτων της Ανθολογίας στον ημερήσιο Τύπο (1969). Εκεί ακούγονται ακόμα οι χυδαίες ύβρεις του Λαδά, οι απειλές φανατικών αξιωματικών του στρατιωτικού καθεστώτος κατά της ζωής του Ρένου και της οικογενείας του κι, απ’ την άλλη, η φωνή λ.χ. του Κ. Βάρναλη και άλλων, που τον παροτρύνει να συνεχίσει υπερθεματίζοντας γιά την ανατινακτική της Χούντας κίνηση, με τ’ αξιώτατα κείμενα της Γραμματείας μας.
Στη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας ο Ρένος πραγματοποίησε ένα παλιό του όνειρο, από την εποχή που ήταν καθηγητής: Μετέφρασε και σχολίασε ένα κορυφαίο έργο της νεώτερης ευρωπαϊκής Ιστοριογραφίας, την «Ιστορία του Ελληνισμού» του J.G.Droysen, σε 6 ογκώδεις τόμους (ο τελευταίος τόμος αναμένεται να εκδοθεί το 2009). Το εγχείρημα πραγματοποιήθηκε σε διαρκή συνεργασία με τους δύο φιλολόγους-ιστορικούς γιούς του, Ηρκο και Στάντη, που ανέλαβαν το αυστηρά επιστημονικό μέρος. Στη μετάφρασή του ο Ρένος εισάγει ένα πρωτότυπο ιστοριογραφικό λόγο: η γλώσσα είναι Δημοτική αλλά μιά Δημοτική εμπλουτισμένη απ’ την ορολογία της όλης Ελληνικής σε μιά σύνταξη σφιχτή, χωρίς χαλαρότητες και παρατακτικές προτάσεις μ’ ευκρίνεια που μας πάει στον Αρχαίο Λόγο.
Αποκορύφωμα της δημιουργικής κριτικής του είν' ο σχολιασμένος τόμος των Απάντων του Καβάφη (2003), σε συνεργασία, πάλι, με τους γιούς του. Το έργο αποτελεί στην ουσία γέφυρα μεταξύ της Ανθολογίας και της πολυετούς εργασίας των τριών στην Ελληνιστική Ιστορία. Κανείς άλλος δεν ήταν τόσο αρμόδιος γιά την ερμηνεία του Καβαφικού ιστορικού υποβάθρου. Κ’ εδώ πρέπει να θυμίσουμε ότι τον μεγάλο Αλεξανδρινό, στη δεκαετία του ’30, τον επέβαλε, μέσω της Ανθολογίας του, ο Ηρακλής, ερχόμενος σε σύγκρουση τόσο με τον ίδιο τον Παλαμά, όσο και με τον σολωμιστή φίλο του, Γ. Αποστολάκη.
Τέλος, στα χρόνια τούτα, παρά την απορρόφησή του στην Ιστορία και τη Φιλολογία έβγαλε νέους τόμους πεζών, με αποκορύφωμα την αυτοβιογραφική «Ουλαν Μπατόρ» (1999), και το κύκνειο άσμα του «Το μαύρο καράβι» (2003), έτσι που τα βιβλία του να φτάνουν τους 26 τόμους, στα οποία προστίθενται 7 τόμοι της Ανθολογίας, 1 του Καβάφη, και 4 εκδεδομένοι τόμοι της Ιστορίας του Ελληνισμού, δηλαδή σύνολο 38, μαζί με 43 τεύχη περιοδικών, και επί πλέον τα προαναφερθέντα ανέκδοτα, κι όλο το Αρχείο του.
Πηγή

ΡΑΔΙΟλόγος

Ευχαριστούμε για την επίσκεψη! Αν σας άρεσε το περιοδικό μας, προσθέστε το στα αγαπημένα σας!

0 σχόλια for "Ρένος Αποστολίδης"

Δημοσίευση σχολίου